χρονολογώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χρονολογώ < (αναδρομικός σχηματισμός) από τη λέξη χρονολογία +

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

χρονολογώ, πρτ.: χρονολογούσα, στ.μέλλ.: θα χρονολογήσω, αόρ.: χρονολόγησα, παθ.φωνή: χρονολογούμαι, μτχ.π.π.: χρονολογημένος

  1. προσδιορίζω τον χρόνο κατά τον οποίο συνέβη ένα γεγονός ή κατασκευάστηκε ένα αντικείμενο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]