χρονομέτρης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χρονομέτρης χρονομέτρες
γενική χρονομέτρη χρονομετρών
αιτιατική χρονομέτρη χρονομέτρες
κλητική χρονομέτρη χρονομέτρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χρονομέτρης < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική chronométreur < αρχαία ελληνική χρόνος + μέτρον

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /xɾɔ.nɔ.ˈmε.tɾis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χρονομέτρης αρσενικό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]