χρονοντούλαπο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χρονοντούλαπο χρονοντούλαπα
γενική χρονοντούλαπου χρονοντούλαπων
αιτιατική χρονοντούλαπο χρονοντούλαπα
κλητική χρονοντούλαπο χρονοντούλαπα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χρονοντούλαπο < χρόνος + ντουλάπι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χρονοντούλαπο ουδέτερο

  1. ο μεταφορικός τόπος όπου μένει ξεχασμένο κάτι επί πάρα πολύ χρόνο
    • (για κάτι που αποσύρεται οριστικά)
      Τόσο η ακαδημαϊκή όσο και η φοιτητική συμμετοχή στη διοίκηση του πανεπιστημίου μπαίνει στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. (από την εφημερίδα ΑΥΓΗ, 26 Οκτωβρίου 2010)
    • (για κάτι που ανήκει στο παρελθόν και επανεμφανίζεται μετά από χρόνια)
      Αποκορύφωμα των αρνητικών δημοσιευμάτων το προκλητικό εξώφυλλο του γερμανικού περιοδικού «Focus», με τον τίτλο «Απατεώνες της Ευρώπης», ξυπνά μνήμες από τη ναζιστική κατοχή και ανασύρει από το χρονοντούλαπο το αίτημα καταβολής των γερμανικών αποζημιώσεων. (από την εφημερίδα ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ, 28 Φεβ. 2010)


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]