Μετάβαση στο περιεχόμενο

χρονοτριβέω

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χρονοτριβέω < χρονο- + τρίβω

χρονοτριβέω

Συγγενικά

[επεξεργασία]