χρονόμετρο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χρονόμετρο χρονόμετρα
γενική χρονομέτρου χρονομέτρων
αιτιατική χρονόμετρο χρονόμετρα
κλητική χρονόμετρο χρονόμετρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χρονόμετρο < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική chronomètre < αρχαία ελληνική χρόνος + μέτρον

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /xɾɔ.ˈnɔ.mɛ.tɾɔ/
ένα αναλογικό χρονόμετρο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χρονόμετρο ουδέτερο

  1. ειδική συσκευή που μετράει με ακρίβεια χρονικά διαστήματα και στις πιο λεπτές τους υποδιαιρέσεις (π.χ. κλάσματα δευτερολέπτου)
    το χρονόμετρο έδειξε διαφορά μόλις μερικών δεκάτων του δευτερολέπτου μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου νικητή της κούρσας
  2. (ναυτικός όρος) μηχανισμός που λειτουργεί ωρολογιακά κι επιτρέπει τη μέτρηση του χρόνου που είναι αναγκαίος στην αστρονομική ναυτιλία
  3. (μουσική) όργανο που χρησιμοποιείται στη μέτρηση της ρυθμικής ταχύτητας με την οποία πρέπει να εκτελεστεί ένα μουσικό κομμάτι
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: μετρονόμος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]