χρονότυπος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χρονότυπος < αγγλική chronotype. Μορφολογικά αναλύεται σε χρονό- + -τυπος.• Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /xɾoˈno.ti.pos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : χρο‐νό‐τυ‐πος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χρονότυπος αρσενικό
- η φυσική προδιάθεση ενός ατόμου να είναι περισσότερο σε εγρήγορση ή λήθαργο σε διαφορετικές ώρες της ημέρας, ανάλογα με διάφορους παράγοντες που σχετίζονται με τους κιρκάδιους ρυθμούς.
- ※ Με άλλα λόγια, ο χρονότυπος μπορεί να σε βοηθήσει να κατανοήσεις καλύτερα το βιολογικό σου ρολόι και να πετύχεις τον βέλτιστο ύπνο με βάση τους φυσικούς σου ρυθμούς.
- Ιωάννα Τζάνη, Ποιος είναι ο χρονότυπός σου και πώς μπορεί να σε βοηθήσει να κοιμάσαι καλύτερα, queen.gr, 15 Μαρτίου 2022
- ※ Με άλλα λόγια, ο χρονότυπος μπορεί να σε βοηθήσει να κατανοήσεις καλύτερα το βιολογικό σου ρολόι και να πετύχεις τον βέλτιστο ύπνο με βάση τους φυσικούς σου ρυθμούς.
Πηγές
[επεξεργασία]-
chronotype στην αγγλική Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] χρονότυπος
|
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'άνθρωπος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα χρονό- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -τυπος (νέα ελληνικά)
- Επέκταση ετυμολογίας (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)