χρυσίδιον

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χρυσίδιον < χρυσίον και χρυσίς για το (2)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χρυσίδιον ουδέτερο

  1. μικρό κομμάτι χρυσού, μικρό ποσό χρημάτων, κάτι ασήμαντο, ειρωνικά
    ἔφη πρός τήν ἐμήν μητέρα περί χρυσιδίων ἀντιλέγεσθαι: <προσπάθησε να υποβιβάσει το θέμα και> είπε ότι με τη μητέρα μου έχει μια διαφωνία για κάτι ασήμαντα κοσμήματα (Δημοσθένης)
    ὡς οὐδέν δέονται χρημάτων, ἀργυρίδιον καί χρυσίδιον τόν πλοῦτον ἀποκαλοῦντες : κάνουν τους υπεράνω χρημάτων και αποκαλούν τον πλούτο ψιλολόγια (Ισοκράτης)
  2. υποκοριστικό της λέξης χρυσίς (χρυσό πιάτο ή αγγείο, αργότερα και ρούχο, παπούτσι)