χρυσαετός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χρυσαετός αρσενικό
- (πτηνό) είδος αετού
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
χρυσαετός στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] χρυσαετός