χρυσαμοιβός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χρυσαμοιβός < χρυσός και ἀμείβω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χρυσαμοιβός αρσενικό

  1. που διακινεί χρυσό, που κάνει συναλλαγές με χρυσό
  2. (μεταφορικά) που κάνει συναλλαγές σε ανθρώπινες ζωές, που εξαγοράζει τη ζωή με χρυσό
    χρυσαμοιβὸς δ᾽ Ἄρης σωμάτων καὶ ταλαντοῦχος ἐν μάχῃ δορὸς