Μετάβαση στο περιεχόμενο

χρυσαφένιος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο χρυσαφένιος η χρυσαφένια το χρυσαφένιο
      γενική του χρυσαφένιου της χρυσαφένιας του χρυσαφένιου
    αιτιατική τον χρυσαφένιο τη χρυσαφένια το χρυσαφένιο
     κλητική χρυσαφένιε χρυσαφένια χρυσαφένιο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι χρυσαφένιοι οι χρυσαφένιες τα χρυσαφένια
      γενική των χρυσαφένιων των χρυσαφένιων των χρυσαφένιων
    αιτιατική τους χρυσαφένιους τις χρυσαφένιες τα χρυσαφένια
     κλητική χρυσαφένιοι χρυσαφένιες χρυσαφένια
Προφέρεται με συνίζηση ως παροξύτονο.
ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χρυσαφένιος < χρυσάφ(ι) + -ένιος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /xɾi.sa.feˈɲos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: χρυσαφένιος

Επίθετο

[επεξεργασία]

χρυσαφένιος, -ια, -ιο

  1. που έχει το χρώμα του χρυσαφιού
    παράδειγμα  χρυσαφένια μαλλιά
      Έδειχνε την παράξενη γη τους, με τα τραχιά βουνά, τις ξηρές κοίτες των ποταμών που στέρευαν πριν φτάσουν στη θάλασσα, τις βαθιές βραχώδεις κοιλάδες, τις αλμυρές λίμνες, τις καταπράσινες οάσεις, τα χρυσαφένια αμμώδη κύματα της ερήμου που σήκωνε βουνά ο χαμσίν. (Στέλλα Σελήνη, Κόκκινη θάλασσα, εκδ. Ακακία, 2018)
     συνώνυμα: χρυσός, χρυσαφής
  2. (λαϊκότροπο) συνώνυμο του χρυσός: φτιαγμένος από χρυσάφι
    παράδειγμα  χρυσαφένιο δαχτυλίδι

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]