χρυσώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χρυσώνω < χρυσός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /çɾi.ˈsɔ.nɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

χρυσώνω

  1. καλύπτω κάτι ή μια επιφάνεια με χρυσό
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: επιχρυσώνω
  2. στολίζω, συνήθως το γαμπρό ή τη νύφη, με χρυσά κοσμήματα ή ποικίλματα
  3. χρωματίζω κάτι με χρυσό χρώμα
  4. (μεταφορικά) προσφέρω σε κάποιον πολύ μεγάλο χρηματικό ποσό
  5. (μεταφορικά) παρακαλώ κάποιον πάρα πολύ, ικετεύω

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • χρυσώνω το χάπι : κάνω μια δυσάρεστη κατάσταση να φαίνεται όσο το δυνατό πιο ευχάριστη, προκειμένου να την υποστώ

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]