χρωμοφόρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χρωμοφόρος < χρώμα(oς) + -ο- + -φόρος
Η χημική δομή του βήτα-καροτένιου. Οι 11 διπλοί δεμσοί που συνιστούν το χρωμοφόρο του μορίου είναι κόκκινοι.

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χρωμοφόρος αρσενικό και ουδέτερο το χρωμοφόρο

  1. το τμήμα του μορίου μιας ουσίας που είναι ο φορέας του χρώματός της

Επίθετο[επεξεργασία]

χρωμοφόρος, ος, ο

  1. αυτός που φέρει ένα χρώμα
    χρωμοφόρες ομάδες, ενώσεις, χρωμοφόρα στοιχεία μορίων

Μεταφράσεις[επεξεργασία]