χρωμόσφαιρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

νήμα στη χρωμόσφαιρα του ηλίου
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χρωμόσφαιρα χρωμόσφαιρες
γενική χρωμόσφαιρας χρωμοσφαιρών
αιτιατική χρωμόσφαιρα χρωμόσφαιρες
κλητική χρωμόσφαιρα χρωμόσφαιρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χρωμόσφαιρα < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χρωμόσφαιρα θηλυκό

  1. (αστρονομία) ζώνη της ατμόσφαιρας του ηλίου ανάμεσα στη φωτόσφαιρα και την κορώνα· έχει κοκκινωπό χρώμα και δύσκολα διακρίνεται με το μάτι εκτός κατά τη διάρκεια μιας ηλιακής έκλειψης

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]