χρόα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική χρόα χρόα χρόαι
Γενική χρόας χρόαιν χροῶν
Δοτική χρό χρόαιν χρόαις
Αιτιατική χρόαν χρόα χρόας
Κλητική χρόα χρόα χρόαι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χρόα < χρώς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χρόα θηλυκό

  1. αττικός τύπος του χροιά, ιωνικός τύπος του χροιή, επιδερμίδα, επιφάνεια δέρματος
  2. χρώμα