χρώς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική χρώς χρῶτε χρῶτες
Γενική χρωτός χρωτοῖν χρωτῶν
Δοτική χρωτί χρωτοῖν χρωσί(ν)
Αιτιατική χρῶτ χρῶτε χρῶτᾰς
Κλητική χρώς χρῶτε χρῶτες

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χρώς < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *gʰrēw- ‎(αλέθω, τρίβω) *gʰer- (τρίβω)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χρώς αρσενικό

  1. επιφάνεια του σώματος, επιδερμίδα, δέρμα
  2. (συνεκδοχικά) σάρκα
  3. (συνεκδοχικά) σώμα
  4. χροιά
  5. το χρώμα της επιδερμίδας
  6. (συνεκδοχικά) χρώμα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]