χρῶμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : χρώμα, χρώς

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική χρῶμα χρώματε χρώματα
Γενική χρώματος χρωμάτοιν χρωμάτων
Δοτική χρώματι χρωμάτοιν χρώμασι
Αιτιατική χρῶμα χρώματε χρώματα
Κλητική χρῶμα χρώματε χρώματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χρῶμα < χρώννυμι / χρωννύω < χρῴζω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʰrēw- ‎(αλέθω, τρίβω) < *gʰer- (τρίβω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χρῶμα ουδέτερο

  1. το δέρμα, η επιφάνεια του σώματος, γενικά το επιφανειακό
    ἐκ τῶν χρωμάτων καὶ σχημάτων θεωρεῖν (Πλάτωνας) : το να βγάζει κάποιος συμπέρασμα επιδερμικά, επιφανειακά, από την εμφάνιση των πραγμάτων, από τα εξωτερικά χαρακτηριστικά και τα φαινόμενα
  2. το χρώμα, ειδικά του δέρματος , αλλά και γενικότερα
    χρώματα βάπτειν (Ζήνων)
    χρώμασι καὶ σχήμασι μιμεῖσθαι (Αριστοτέλης)
  3. το μακιγιάζ
    χρώματος ἔντριψις
  4. (στον πληθυντικό) τα χρώματα: κοσμήματα, στολίδια, ποικίλματα
  5. (μεταφορικά) το χρώμα, η ζωντάνια, η τάση, το ύφος στο λόγο
    χρώματα λέξεων, το στριφνόν, τὸ τυκνόν χρῶμα
    ποιητικῆς χρώματα
  6. (μεταφορικά) στη μουσική, η μουσική χροιά
    χρώματα εὔχροα ἐκιθάρισε
  7. (μεσαιωνική ελληνική) (πολιτική) πολιτικά κόμματα στο Βυζάντιο