χρῶμαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χρῶμαι < χράομαι < χράω

Ρήμα[επεξεργασία]

Αρχικοί Χρόνοι
Ενεστώτας χρῶμαι
Παρατατικός ἐχρώμην
Μέλλοντας χρήσομαι
Αόριστος ἐχρησάμην
Παρακείμενος κέχρημαι
Υπερσυντέλικος ἐκεχρήμην

χρῶμαι

  1. κάνω χρήση, μεταχειρίζομαι, κατέχω
  2. κυβερνώ
  3. δοκιμάζω