χτένα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

αρχαία νορμανδική χτένα από κόκαλο
χτένα
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χτένα χτένες
γενική χτένας χτενών
αιτιατική χτένα χτένες
κλητική χτένα χτένες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χτένα < αρχαία ελληνική ο κτείς, του κτενός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χτένα θηλυκό

  1. αντικείμενο με δόντια, φτιαγμένο από ανθεκτικό υλικό, που χρησιμεύει για το χτένισμα

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]