χτένι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χτένι χτένια
γενική χτενιού χτενιών
αιτιατική χτένι χτένια
κλητική χτένι χτένια
χτένι (3)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χτένι < μεσαιωνική ελληνική χτένι < κτένιν < ελληνιστική κοινή κτένιον < αρχαία ελληνική κτείς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χτένι ουδέτερο

  1. (λαϊκότροπο) χτένα
  2. εξάρτημα αργαλειού
  3. θαλάσσιο οστρακόδερμο της οικογένειας Pectinidae
  4. (παρωχημένο) (αργκό) είδος χαρτοπαικτικού τεχνάσματος ή κλεψίματος που σχετίζεται με τον τρόπο ανακατέματος της τράπουλας
    Με τα λιμά τον έμπλεξα, στο πόκερ στην πασιέντζα / κι όλο το χτένι δούλευε στη ζούλα κι η σκαλέτα. (Στίχοι του Κώστα Σκαρβέλη από το τραγούδι «Το παιχνίδι του αμερικάνου»)

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • έφτασε ο κόμπος στο χτένι: ήρθε η ώρα να πάρουμε σοβαρές αποφάσεις
  • όποιος έχει τα γένια έχει και τα χτένια: για να κάνει κάποιος κάτι δύσκολο πρέπει να έχει εξασφαλίσει και τις απαραίτητες προϋποθέσεις

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]