χτυπημένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική χτυπημένος χτυπημένη χτυπημένο
γενική χτυπημένου χτυπημένης χτυπημένου
αιτιατική χτυπημένο χτυπημένη χτυπημένο
κλητική χτυπημένε χτυπημένη χτυπημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική χτυπημένοι χτυπημένες χτυπημένα
γενική χτυπημένων χτυπημένων χτυπημένων
αιτιατική χτυπημένους χτυπημένες χτυπημένα
κλητική χτυπημένοι χτυπημένες χτυπημένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χτυπημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος χτυπώ

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

χτυπημένος, -η, -ο

  1. που τον έχουν χτυπήσει
  2. που έχει χτυπηθεί
  3. λαβωμένος, τραυματισμένος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]