χτύπος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | χτύπος | οι | χτύποι |
| γενική | του | χτύπου | των | χτύπων |
| αιτιατική | τον | χτύπο | τους | χτύπους |
| κλητική | χτύπε | χτύποι | ||
| Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χτύπος < μεσαιωνική ελληνική χτύπος < αρχαία ελληνική κτύπος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χτύπος αρσενικό
- επαναλαμβανόμενος ρυθμικός θόρυβος
- ※ Κι όλες αυτές οι φωνές ανακατεύονταν με τους μονότονους χτύπους της μαχαίρας των χασάπηδων, που στες ψηλές τους τες εξέδρες, σιωπηλοί εκείνοι, ελιάνιζαν τα κρέατα χαμογελώντας στους μουστερήδες τους, και με τη βοή των ανθρώπων που εμιλούσαν αναμεταξύ τους και που επαζάριαζαν ό,τι εψώνιζαν. (Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Η Τιμή και το Χρήμα, Κεφάλαιο ΙΒ', 1914)
- κρότος
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- αεροχτυπημένος
- αντίκτυπος
- αντιχτυπώ / αντικτυπώ
- απόχτυπος
- αποχτυπώ
- αργοχτυπώ
- αστραποχτυπημένος
- αχτύπητα / ακτύπητα
- ακτύπητος / αχτύπητος
- βροντοχτυπώ
- ερωτοχτυπημένος
- καρδιοχτύπι / καρδιοκτύπι
- καρδιοχτυπώ / καρδιοκτυπώ
- κονταροχτύπημα
- κονταροχτυπώ
- ξαναχτυπώ / ξανακτυπώ
- χτύπημα / κτύπημα
- χτυπητήρι / κτυπητήρι
- χτυπημένος / κτυπημένος
- χτυπητά
- χτυπητός
- χτυποκάρδι / κτυποκάρδι
- χτυπώ / κτυπώ