χυδαίος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : χυδαῖος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

χυδαίος < ελληνιστική κοινή χυδαῖος (κοινός) < χύδην < χέω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ci.ˈðɛ.ɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[]

χυδαίος, -α, -ο

  1. πρόστυχος, μη ευπρεπής, συχνά προσβλητικός
    με έβρισε με χυδαία λόγια
  2. (κατά την αρχαία σημασία) που χαρακτηρίζει τους απλούς και αμόρφωτους ανθρώπους
    για τους οπαδούς της καθαρεύουσας, η δημοτική ήταν μια «χυδαία» γλώσσα
  3. απλοϊκός, υπεραπλουστευμένος
    χυδαίος υλισμός (φιλοσοφική θεώρηση)

32πχ Μεταφράσεις[]