Μετάβαση στο περιεχόμενο

χυδαίος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: χυδαῖος

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο χυδαίος η χυδαία το χυδαίο
      γενική του χυδαίου της χυδαίας του χυδαίου
    αιτιατική τον χυδαίο τη χυδαία το χυδαίο
     κλητική χυδαίε χυδαία χυδαίο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι χυδαίοι οι χυδαίες τα χυδαία
      γενική των χυδαίων των χυδαίων των χυδαίων
    αιτιατική τους χυδαίους τις χυδαίες τα χυδαία
     κλητική χυδαίοι χυδαίες χυδαία
ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χυδαίος < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα χυδαῖος < ελληνιστική κοινή χυδαῖος (κοινός, συνηθισμένος, αγροίκος), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική vulgaire και κατά την σημασία του χυδαιολογία[1][2]. < χύδην < χέω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /çiˈðe.os/
τυπογραφικός συλλαβισμός: χυδαίος

Επίθετο

[επεξεργασία]

χυδαίος, -α, -ο

  1. πρόστυχος, μη ευπρεπής, συχνά προσβλητικός
    παράδειγμα  Με έβρισε με χυδαία λόγια.
  2. (κατά την αρχαία σημασία) που χαρακτηρίζει τους απλούς και αμόρφωτους ανθρώπους
    παράδειγμα  Για τους οπαδούς της καθαρεύουσας, η δημοτική ήταν μια «χυδαία» γλώσσα.  δείτε παράθεμα στο χυδαῖος
  3. ακρατής, χωρίς εγκράτεια, και (κατ’ επέκταση) ακραίος, υπερβολικός
    παράδειγμα  Οι χυδαίοι χοροί δε με ενθουσιάζουν, θέλω τρυφερή παρτενέρ.
  4. απλοϊκός, υπεραπλουστευμένος
    παράδειγμα  χυδαίος υλισμός (φιλοσοφική θεώρηση)

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. χυδαίος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. χυδαίος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)