χυλός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: χηλός

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο χυλός οι χυλοί
      γενική του χυλού των χυλών
    αιτιατική τον χυλό τους χυλούς
     κλητική χυλέ χυλοί
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χυλός < αρχαία ελληνική χυλός

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /çiˈlɔs/
ομόηχο: χηλός
τονικό παρώνυμο: χείλος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χυλός αρσενικό

  • παχύρρευστο υγρό παρασκεύασμα με βάση το αλεύρι σιταριού ή καλαμποκιού

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική χυλός χυλώ χυλοί
Γενική χυλοῦ χυλοῖν χυλῶν
Δοτική χυλ χυλοῖν χυλοῖς
Αιτιατική χυλόν χυλώ χυλούς
Κλητική χυλέ χυλώ χυλοί

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χυλός < χέω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χυλός αρσενικό

  1. χυμός
  2. χυλός