χυμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χυμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος χύνω.
πτώση ενικός
ονομαστική χυμένος χυμένη χυμένο
γενική χυμένου χυμένης χυμένου
αιτιατική χυμένο χυμένη χυμένο
κλητική χυμένε χυμένη χυμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική χυμένοι χυμένες χυμένα
γενική χυμένων χυμένων χυμένων
αιτιατική χυμένους χυμένες χυμένα
κλητική χυμένοι χυμένες χυμένα

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

χυμένος

  1. που έχει χυθεί
    χυμένο στο πάτωμα, χυμένος σε καλούπι Αμάν πια με τους χυμένους καφέδες πάνω στο πληκτρολόγιο
  2. που έχει λυθεί, που είναι χυτός
    με τα μαλλιά χυμένα στους ώμους
  3. που έχει ορμήσει παράφορα, σαν ποταμός
    Ηταν χυμένος επάνω της και η κοπέλα δεν ήξερε από πού να φύγει
    Ο κόσμος ήταν χυμένος στους δρόμους, ανάστατος...
  4. χαλαρωμένος σε βαθμό υπερβολικό, σχεδόν ξαπλωμένος ή και όντως ξαπλωμένος, σε κατάσταση όμως αφύσικη
    Κάθεσαι χυμένος στο γραφείο και παριστάνεις ότι δουλεύεις
    Ηταν σκνίπα στο μεθύσι, τον βρήκα λιώμα, χυμένο στο πάτωμα



Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]