χυμαδιό
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | χυμαδιό | τα | χυμαδιά |
| γενική | του | χυμαδιού | των | χυμαδιών |
| αιτιατική | το | χυμαδιό | τα | χυμαδιά |
| κλητική | χυμαδιό | χυμαδιά | ||
| Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χυμαδιό < → λείπει η ετυμολογία
Προφορά
[επεξεργασία]Ομώνυμα / Ομόηχα
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χυμαδιό ουδέτερο
- (οικείο) χαρακτηρισμός ατόμου ή κατάστασης που είναι χύμα, χωρίς σύστημα, ή χωρίς προορισμό ή χωρίς τάξη
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] χυμαδιό
|
|