χυμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χυμός χυμοί
γενική χυμού χυμών
αιτιατική χυμό χυμούς
κλητική χυμέ χυμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χυμός < αρχαία ελληνική χυμός < χέω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χυμός αρσενικό

  1. το υγρό που κυκλοφορεί στους φυτικούς ιστούς
  2. το υγρό που προκύπτει από το στύψιμο φρούτων ή λαχανικών και (κατ’ επέκταση) το αναψυκτικό που προκύπτει μετά από σχετική επεξεργασία
  3. (μεταφορικά) το σφρίγος και η ζωντάνια

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χυμός < χέω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χυμός

  1. ο χυμός
  2. η γεύση