χυτήριο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χυτήριο χυτήρια
γενική χυτηρίου χυτηρίων
αιτιατική χυτήριο χυτήρια
κλητική χυτήριο χυτήρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χυτήριο < καθαρεύουσα χυτήριον < χύνω + -τήριον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χυτήριο ουδέτερο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]