χωματόδρομος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χωματόδρομος αρσενικό
- δρόμος χωμάτινος, που δεν τον έχουν στρώσει με άσφαλτο, ούτε με άλλο υλικό
- ※ Υπήρχε ένας χωματόδρομος όπου έφτανε το αυτοκίνητο μέχρι ενός σημείου και από κει και πέρα στένευε σε μονοπάτι, μέχρι τον βραχώδη κόλπο. (Ευτυχία Γιαννάκη, Η νόσος του μικρού θεού, εκδ. Ίκαρος, 2020)