χωνί

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χωνί χωνιά
γενική χωνιού χωνιών
αιτιατική χωνί χωνιά
κλητική χωνί χωνιά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χωνί < καθαρεύουσα χωνίον < μεσαιωνική ελληνική χωνίν και χωνίον < αρχαία ελληνική χώνη < χοάνη και χόανος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χωνί ουδέτερο

  1. κωνικό σύνεργο με λεπτό στόμιο στο κάτω μέρος, για μετάγγιση υγρών σε μπουκάλια κ.λπ.
  2. φυτό
  3. τηλεβόας


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]