χωνευτήρι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χωνευτήρι χωνευτήρια
γενική χωνευτηριού χωνευτηριών
αιτιατική χωνευτήρι χωνευτήρια
κλητική χωνευτήρι χωνευτήρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χωνευτήρι < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χωνευτήρι ουδέτερο

  1. ειδικό δοχείο που μοιάζει με χωνί, κλειστό στο κάτω μέρος, το οποίο χρησιμοποιείται για λιώσιμο, βρασμό ή ζέσταμα διάφορων υλικών
  2. νιπτήρας ή φρεάτιο, συνήθως γεμισμένο με χώμα, στο ιερό ή στον περίβολο εκκλησίας, στο οποίο χύνουν τα νερά από την κολυμπήθρα
  3. μέρος που καίνε τα κόκαλα μετά την εκταφή, εφόσον δεν φυλαχτούν σε οστεοφυλάκιο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]