χωνεύω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χωνεύω < ελληνιστική κοινή χωνεύω αλλά τη σημερινή σημασία την πήρε το μεσαίωνα

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

χωνεύω

  1. αναφέρεται στη διαδικασία της πέψης
  2. (με άρνηση) συμπαθώ κάποιον
    δεν τον χωνεύω καθόλου αυτόν τον υπερφίαλο άνθρωπο
  3. κατανοώ τις αιτίες ενός γεγονότος και το αποδέχομαι
    δεν μπορώ να το χωνέψω ότι μου συμπεριφέρθηκε μ' αυτόν τον τρόπο μετά από τόσα χρόνια φιλιάς

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χωνεύω < χοανεύω με συναίρεση των ο και α σε ω ή άμεσα από το χώνη που με την ίδια διαδικασία δημιουργήθηκε από το χοάνη

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

χωνεύω (ελληνιστικό ρήμα)

  1. ρίχνω λιωμένο μέταλλο σε ένα καλούπι, μειγνύω μέταλλα
    χαλκὸν πρῶτοι καὶ ἀλάλματα ἐχωνεύσαντο
  2. λιώνω μέταλλο
    ὑπὸ τοῦ πυρὸς κεχωνευμένος