χωρίς
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χωρίς < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική χωρίς.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /xoˈɾιs/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : χω‐ρίς
Πρόθεση
[επεξεργασία]χωρίς
- (με αιτιατική) μη έχοντας, μη συμπεριλαμβάνοντας (το εμπρόθετο δηλώνει εξαίρεση ή απουσία)
Ζει μόνος του, χωρίς οικογένεια.
Το ταξίδι μάς στοίχισε δύο χιλιάδες ευρώ, χωρίς τα αεροπορικά εισιτήρια.
- με παράλειψη της αιτιατικής, όταν το ουσιαστικό εννοείται
Δύο πίτες γύρο με τζατζίκι και μία χωρίς, παρακαλώ.
- (με βουλητική πρόταση) δηλώνει αρνητικά τον τρόπο
Έγραψε καλά χωρίς να διαβάσει πάρα πολύ.
Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] χωρίς
|
Πηγές
[επεξεργασία]- χωρίς - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)
- χωρίς - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- χωρίς - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χωρίς < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ǵʰeh₁ro- (εγκαταλειμμένος, έρημος). Ομόρριζα: χῶρος, χώρᾱ, χήρα.
Επίρρημα
[επεξεργασία]χωρίς
- άνευ, δίχως, εκτός, πλήν
- χωριστά, ένας ένας, μεμονωμένα
- διαφορετικά
- προσέτι
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- χωρίς - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- χωρίς - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Προθέσεις (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ǵʰeh₁ro- (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Επιρρήματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)