χωραΐτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χωραΐτης < χώρα (από το χώρα ως πρωτεύουσα του νησιού)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χωραΐτης αρσενικό

  1. κάτοικος της χώρας του νησιού ή γενικά ο κάτοικος μεγαλύτερης πόλης σε σύγκριση με κάποια άλλη
  2. (κυπριακή διάλεκτος) στην Κύπρο, ο Λευκωσιάτης, άτομο με καταγωγή από την Λευκωσία

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]