Μετάβαση στο περιεχόμενο

χωρατεύω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χωρατεύω < χωραϊτεύω

χωρατεύω

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]