χωριάτης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χωριάτης χωριάτες
γενική χωριάτη χωριατών
αιτιατική χωριάτη χωριάτες
κλητική χωριάτη χωριάτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χωριάτης < μεσαιωνική ελληνική χωριάτης < χωριό < αρχαία ελληνική χωρίον < χῶρος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ǵʰeh₁ro- (εγκαταλειμμένος, έρημος)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /xɔ.ˈɾʝa.tis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χωριάτης αρσενικό (θηλυκό: χωριάτισσα & χωριάτα)

  1. που κατοικεί σε χωριό
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: χωρικός
  2. (κατ’ επέκταση) (μειωτικά) που η συμπεριφορά του και οι τρόποι του φαίνονται απότομοι και μη εξευγενισμένοι
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ακαλλιέργητος, χοντράνθρωπος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Παροιμίες[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]