χωρισμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική χωρισμένος χωρισμένη χωρισμένο
γενική χωρισμένου χωρισμένης χωρισμένου
αιτιατική χωρισμένο χωρισμένη χωρισμένο
κλητική χωρισμένε χωρισμένη χωρισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική χωρισμένοι χωρισμένες χωρισμένα
γενική χωρισμένων χωρισμένων χωρισμένων
αιτιατική χωρισμένους χωρισμένες χωρισμένα
κλητική χωρισμένοι χωρισμένες χωρισμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χωρισμένος < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

χωρισμένος, -η, -ο

  1. που έχει χωριστεί
  2. (για συζύγους)
    1. που έχει χωρίσει, που δεν ζει πια μαζί με τον άλλο· (κατ’ επέκταση) που έχει πάρει διαζύγιο
    2. που έχει πάρει διαζύγιο
      Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: διαζευγμένος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]