χωριστός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο χωριστός η χωριστή το χωριστό
      γενική του χωριστού της χωριστής του χωριστού
    αιτιατική τον χωριστό τη χωριστή το χωριστό
     κλητική χωριστέ χωριστή χωριστό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι χωριστοί οι χωριστές τα χωριστά
      γενική των χωριστών των χωριστών των χωριστών
    αιτιατική τους χωριστούς τις χωριστές τα χωριστά
     κλητική χωριστοί χωριστές χωριστά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χωριστός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική χωριστός < χωρίζω < χωρίς

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /xo.ɾiˈstos/ αρσενικό
ΔΦΑ : /xo.ɾiˈsti/ θηλυκό
ΔΦΑ : /xo.ɾiˈsto/ ουδέτερο

Επίθετο[επεξεργασία]

χωριστός, -ή, -ό

  • που έχει αποκοπεί ή αυτονομηθεί από ένα μεγαλύτερο σύνολο ή μια ομάδα

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  1. για να δείξει την απομόνωση ή την αυτονομία ενός χώρου από τους άλλους ή μιας λειτουργίας από τις υπόλοιπες
    έχει χωριστό δωμάτιο πια από την αδελφή του
    η συσκευή διαθέτει δύο χωριστούς διακόπτες λειτουργίας για τον ιονιστή και ...
    είναι πια χωριστός δήμος, δεν υπάγεται στης Αθήνας
    κόψ' το σε χωριστές μερίδες να φτάσει για όλους
    για το δικό σας ηλεκτρικό ρεύμα θα εκδοθεί χωριστός λογαριασμός από τη ΔΕΗ μόνον αν βάλετε δικό σας "ρολόι"
    στα μεγάλα σχολεία γίνεται χωριστός προαυλισμός, σε διαφορετικές ώρες
    υπάρχει χωριστή και κοινή δήλωση φορολογίας εισοδήματος
  2. για να δείξει πιο έντονα μια διαφωνία ή να υπογραμμίσει μια ουσιαστική
    κατέβηκαν αυτή τη φορά στις εκλογές με χωριστούς υποψηφίους
    οι υποθέσεις διαχωρίστηκαν και για το φόνο θα γίνει χωριστή δίκη στο Κακουργιοδικείο
    ήθελε συζήτηση εφ' όλης της ύλης, αλλά του είπα ότι ειδικά τα περιουσιακά είναι χωριστό θέμα
    αλλ ο νους είναι απαθής και χωριστός των αισθητών (Αριστοτέλης)
  3. για να δείξει κάτι που γίνεται μεμονωμένα από έναν εταίρο, άτομο ή χώρα, και που η ενέργειά του να συνάψει συμφωνία με τρίτους είναι συχνά εις βάρος των άλλων εταίρων του
    έκανε χωριστή συμφωνία για το οικόπεδο με τον εξάδελφό του και οι υπόλοιποι δεν ξέραμε τίποτα
    προχώρησε σε χωριστή σύναψη ειρήνης με τους Ρώσους για να καλύψει τα νώτα του
  4. για να δείξει σειρά ενεργειών που δεν πρέπει να γίνουν ταυτόχρονα
    βάλε χωριστά τα αυγά, αλλιώς δεν θα πετύχει η συνταγή

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χωριστός < χωρίζω χωρισ- + -τός
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: χωριστός

Επίθετο[επεξεργασία]

χωριστός,ή,όν

  1. κεχωρισμένος, χωριστός
  2. νοητά διακρινόμενος, διαφορετικός ως προς κάτι (συνήθως + δοτική)
    χωριστόςλόγῳ ἢ τόπῳ
    χωριστός μεγέθει

Πηγές[επεξεργασία]