χωρογένεση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χωρογένεση χωρογενέσεις
γενική χωρογένεσης
& χωρογενέσεως
χωρογενέσεων
αιτιατική χωρογένεση χωρογενέσεις
κλητική χωρογένεση χωρογενέσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία el[επεξεργασία]

χωρο-/χώρος/αρχαία ελληνική χῶρος + γένεση/αρχαία ελληνική γένεσις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χωρογένεση θηλυκό [πληθυντικός μόνο όταν συγκρίνουμε διαφορετικές ιστορίες θείας δημιουργίας - κοσμογονίας]

(αστροφυσική), (αστρονομία), (φυσική)

  • 1. η διαγαλαξιακή διαστολή που πρώτος παρατήρησε ο Έντγουιν Χαμπλ, η χωροδιαστολή

(θρησκεία), (φιλοσοφία)

Οι λαοί της Μεσοποταμίας διαμόρφωσαν τα θρησκευτικά συστατικά των Αβρααμικών χωρογενέσεων.[1]