χωρώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χωρώ < μεσαιωνική ελληνική χωράω αλλά και με τύπους του χωρέω αρχαία ελληνική χωρέω-χωρῶ < χῶρος

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

χωρώ (& χωράω)

  • μπορώ να μπω σε ένα χώρο, υπάρχει χώρος και για εμένα (για έμψυχα και αντικείμενα)
  • χωράω να περάσω
  • στους δύο τρίτος δεν χωρεί
  • όλοι οι καλοί χωράνε
  • το ντουλάπι χωράει μια χαρά στη γωνία
(για αφηρημένες έννοιες) δεν υπάρχουν περιθώρια για αυτές, δεν χωράνε (στο γ΄πρόσωπο ενικού και πληθυντικού)
  • Δεν το χωράει ο νους του ανθρώπου (το αδιανόητο γεγονός)
  • δεν χωράει αμφιβολία ή δεν χωρεί αμφιβολία (είναι βέβαιο)
  • δεν χωράει συζήτηση (είναι αποφασισμένο)
  • Το δύο χωράει δύο φορές στο 4. Για βρες τώρα πόσες φορές χωράει παιδί μου το χαρτζιλίκι σου στο μισθό μου; Νομίζω μία και είναι καιρός να βρεις δουλειά!
με τους αδύνατους τύπους της προσωπικής αντωνυμίας εγώ, εσύ, αυτός, δηλαδή με το μου ή με κ.λπ. σχηματίζονται φράσεις όπου το χωρώ μαρτυρεί ασυμβατότητα ή συμβατότητα διαστάσεων
  • Τι το σιδερώνεις άδικα... Αφού δεν μου χωράει πια ρε μάνα!
  • Μια χαρά σου χωράει αλλά δεν σ' αρέσει πια.

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]