χόλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χόλος < αρχαία ελληνική χόλος

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /xɔlɔs/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χόλος αρσενικό

  • η οργή που αισθάνεται κάποιος κι είναι ανάμεικτη με κακία
Δηλώνει τη διάθεση στην οποία περιέρχεται κάποιος με την επίδραση των υγρών της χολής


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χόλος < χολή

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χόλος αρσενικό

  1. πικρία
  2. άγριος θυμός, οργή με μίσος


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]