Μετάβαση στο περιεχόμενο

χόνδρος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : χονδρός

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο χόνδρος οι χόνδροι
      γενική του χόνδρου των χόνδρων
    αιτιατική τον χόνδρο τους χόνδρους
     κλητική χόνδρε χόνδροι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χόνδρος < αρχαία ελληνική χόνδρος (σβώλος από κάτι που δεν έχει αλεστεί πλήρως και χόνδρος με τη σημερινή έννοια)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χόνδρος αρσενικό

  1. (ανατομία) στερεός αλλά ελαστικός ιστός στις αρθρώσεις πολλών ζώων
  2. ιστός που αποτελεί ολόκληρο το ερειστικό σύστημα οργανισμών οι οποίοι δεν διαθέτουν οστέινο σκελετό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ὁ χόνδρος οἱ χόνδροι
      γενική τοῦ χόνδρου τῶν χόνδρων
      δοτική τῷ χόνδρῳ τοῖς χόνδροις
    αιτιατική τὸν χόνδρον τοὺς χόνδρους
     κλητική ὦ! χόνδρε χόνδροι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  χόνδρω
γεν-δοτ τοῖν  χόνδροιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χόνδρος <

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χόνδρος αρσενικό

  1. (ανατομία) χόνδρος
  2. κάθε σφαιροειδές τεμάχιο πράγματος, κόκκος
  3. (τρόφιμο)
    1. χοντροαλεσμένο σιτάρι ή κριθάρι, πλιγούρι
    2. ζωμός παρασκευασμένος από χοντρό αλεύρι
  4. (ελληνιστική κοινή, ζωολογία) νέο και τρυφερό ακόμη κέρατο, ιδίως του ελαφιού