χόνδρος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | χόνδρος | οι | χόνδροι |
| γενική | του | χόνδρου | των | χόνδρων |
| αιτιατική | τον | χόνδρο | τους | χόνδρους |
| κλητική | χόνδρε | χόνδροι | ||
| Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χόνδρος < αρχαία ελληνική χόνδρος (σβώλος από κάτι που δεν έχει αλεστεί πλήρως και χόνδρος με τη σημερινή έννοια)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χόνδρος αρσενικό
- (ανατομία) στερεός αλλά ελαστικός ιστός στις αρθρώσεις πολλών ζώων
- ιστός που αποτελεί ολόκληρο το ερειστικό σύστημα οργανισμών οι οποίοι δεν διαθέτουν οστέινο σκελετό
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | χόνδρος | οἱ | χόνδροι |
| γενική | τοῦ | χόνδρου | τῶν | χόνδρων |
| δοτική | τῷ | χόνδρῳ | τοῖς | χόνδροις |
| αιτιατική | τὸν | χόνδρον | τοὺς | χόνδρους |
| κλητική ὦ! | χόνδρε | χόνδροι | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | χόνδρω | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | χόνδροιν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χόνδρος <
- από παλαιότερο τύπο *χρόνδρος ίσως < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʰrónd-ro-s, ετεροιωμένη βαθμίδα του πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʰrend- + -ρος
- Ο Beekes προτείνει τον παλαιότερο τύπο *χόρδ-ρος που συσχετίζει με τα χέραδος και χαράδρα· εν τέλει προελληνική .
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χόνδρος αρσενικό
Πηγές
[επεξεργασία]- χόνδρος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ανατομία (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'δρόμος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την προελληνική (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Ανατομία (αρχαία ελληνικά)
- Τρόφιμα (αρχαία ελληνικά)
- Ζωολογία (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)