χόνδρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : χονδρός

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χόνδρος χόνδροι
γενική χόνδρου χόνδρων
αιτιατική χόνδρο χόνδρους
κλητική χόνδρε χόνδροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χόνδρος < αρχαία ελληνική χόνδρος (σβώλος από κάτι που δεν έχει αλεστεί πλήρως και χόνδρος με τη σημερινή έννοια)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χόνδρος αρσενικό

  1. (ανατομία) στερεός αλλά ελαστικός ιστός στις αρθρώσεις πολλών ζώων
  2. ιστός που αποτελεί ολόκληρο το ερειστικό σύστημα οργανισμών οι οποίοι δεν διαθέτουν οστέινο σκελετό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]