χόρτα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : χόρτο

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δείτε τη λέξη: χόρτο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χόρτα ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό

  1. γενική ονομασία διαφόρων ειδών φαγώσιμων χορταρικών
    στα χόρτα βάζουμε πάντα αλάτι, λάδι και λεμόνι λίγο πριν τα σερβίρουμε
  2. μερίδα μαγειρεμένων χόρτων(1)
    πιάσε ένα γαύρο και μια χόρτα
  3. μέρος, τοποθεσία καλυμμένη με χόρτο
    παίζαμε στα χόρτα και με τσίμπησε μια τσουκνίδα

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή ουσιαστικού[επεξεργασία]

χόρτα

χόρτο, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού