χόρτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χόρτος < αρχαία ελληνική χόρτος
πτώση ενικός
ονομαστική χόρτος
γενική χόρτου
αιτιατική χόρτο
κλητική χόρτε

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χόρτος αρσενικό μόνο στον ενικό

  1. χορτάρι για τροφή ζώων

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χόρτος < πρωτοινδοευρωπαϊκή ρίζα *gher, ομόρριζο με το σανσκριτικό हरति (hárati), λατινικό hortus, αρχαίο αγγλικό geard (σύγχρονο αγγλικό yard), ρωσικό город

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χόρτος αρσενικό

  1. περίκλειστος χώρος, ιδίως για εκτροφή ζώων
  2. (γενικότερα) κάθε χώρος όπου τρέφεται ένα ζώο
  3. φυτό με το οποίο τρέφονται τα ζώα, χόρτο, χορτάρι
  4. (γενικότερα) τροφή

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  • Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883