χύνω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χύνω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ή μεσαιωνική ελληνική < αρχαία ελληνική χέω, με με μεταπλασμό βάσει του συνοπτικού θέματος παθητικού χυθ- (ἐχύθην), κατά το πλυθ- (ἐπλύθην, πλύνω)[1].
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈçi.no/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : χύ‐νω
Ρήμα
[επεξεργασία]χύνω , πρτ.: έχυνα, απαρ.: χύσει, στ.μέλλ.: θα χύσω, αόρ.: έχυσα, παθ.φωνή: χύνομαι, απαρ.: χυθεί, π.αόρ.: χύθηκα, μτχ.π.π.: χυμένος
- (μεταβατικό) προκαλώ την ροή ενός υγρού από το δοχείο στο οποίο βρισκόταν προς τα κάτω
Έχυσες τον καφέ πάνω στα ρούχα μου!
- (παθητική φωνή, για ποταμό) εκβάλλω
- (για μέταλλα) λιώνω
Χύνει μολύβι.
- (μεταβατικό) οδηγώ μία ρευστή μάζα υλικού μέσα στο καλούπι όπου θα στερεοποιηθεί και θα αποκτήσει το επιθυμητό σχήμα
Έχυσε το σκυρόδεμα/μπετόν/κεριά/άγαλμα.
- (αμετάβατο) (προφορικό, χυδαίο) εκσπερματίζω, φτάνω σε οργασμό
Έχυσες μέσα μου!
Χύνω κουβάδες για σένα μωρό μου.- → δείτε χύσιμο, χύσια και χύσιμο μέσα
Εκφράσεις
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | χύνω | έχυνα | θα χύνω | να χύνω | χύνοντας | |
| β' ενικ. | χύνεις | έχυνες | θα χύνεις | να χύνεις | χύνε | |
| γ' ενικ. | χύνει | έχυνε | θα χύνει | να χύνει | ||
| α' πληθ. | χύνουμε | χύναμε | θα χύνουμε | να χύνουμε | ||
| β' πληθ. | χύνετε | χύνατε | θα χύνετε | να χύνετε | χύνετε | |
| γ' πληθ. | χύνουν(ε) | έχυναν χύναν(ε) |
θα χύνουν(ε) | να χύνουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | έχυσα | θα χύσω | να χύσω | χύσει | ||
| β' ενικ. | έχυσες | θα χύσεις | να χύσεις | χύσε | ||
| γ' ενικ. | έχυσε | θα χύσει | να χύσει | |||
| α' πληθ. | χύσαμε | θα χύσουμε | να χύσουμε | |||
| β' πληθ. | χύσατε | θα χύσετε | να χύσετε | χύστε | ||
| γ' πληθ. | έχυσαν χύσαν(ε) |
θα χύσουν(ε) | να χύσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω χύσει | είχα χύσει | θα έχω χύσει | να έχω χύσει | ||
| β' ενικ. | έχεις χύσει | είχες χύσει | θα έχεις χύσει | να έχεις χύσει | ||
| γ' ενικ. | έχει χύσει | είχε χύσει | θα έχει χύσει | να έχει χύσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε χύσει | είχαμε χύσει | θα έχουμε χύσει | να έχουμε χύσει | ||
| β' πληθ. | έχετε χύσει | είχατε χύσει | θα έχετε χύσει | να έχετε χύσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν χύσει | είχαν χύσει | θα έχουν χύσει | να έχουν χύσει |
| |
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | χύνομαι | χυνόμουν(α) | θα χύνομαι | να χύνομαι | ||
| β' ενικ. | χύνεσαι | χυνόσουν(α) | θα χύνεσαι | να χύνεσαι | (χύνου) | |
| γ' ενικ. | χύνεται | χυνόταν(ε) | θα χύνεται | να χύνεται | ||
| α' πληθ. | χυνόμαστε | χυνόμαστε χυνόμασταν |
θα χυνόμαστε | να χυνόμαστε | ||
| β' πληθ. | χύνεστε | χυνόσαστε χυνόσασταν |
θα χύνεστε | να χύνεστε | (χύνεστε) | |
| γ' πληθ. | χύνονται | χύνονταν χυνόντουσαν |
θα χύνονται | να χύνονται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | χύθηκα | θα χυθώ | να χυθώ | χυθεί | ||
| β' ενικ. | χύθηκες | θα χυθείς | να χυθείς | χύσου | ||
| γ' ενικ. | χύθηκε | θα χυθεί | να χυθεί | |||
| α' πληθ. | χυθήκαμε | θα χυθούμε | να χυθούμε | |||
| β' πληθ. | χυθήκατε | θα χυθείτε | να χυθείτε | χυθείτε | ||
| γ' πληθ. | χύθηκαν χυθήκαν(ε) |
θα χυθούν(ε) | να χυθούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω χυθεί | είχα χυθεί | θα έχω χυθεί | να έχω χυθεί | χυμένος | |
| β' ενικ. | έχεις χυθεί | είχες χυθεί | θα έχεις χυθεί | να έχεις χυθεί | ||
| γ' ενικ. | έχει χυθεί | είχε χυθεί | θα έχει χυθεί | να έχει χυθεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε χυθεί | είχαμε χυθεί | θα έχουμε χυθεί | να έχουμε χυθεί | ||
| β' πληθ. | έχετε χυθεί | είχατε χυθεί | θα έχετε χυθεί | να έχετε χυθεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν χυθεί | είχαν χυθεί | θα έχουν χυθεί | να έχουν χυθεί | ||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] χύνω υγρό
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ χύνω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Πηγές
[επεξεργασία]- χύνω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
- Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)
- χύνω - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1 2)
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Προφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Χυδαιολογίες (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)