χύνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χύνω < αρχαία ελληνική χέω (όταν στο θέμα αορίστου χυ- αναπτύχθηκε το πρόσφυμα ν και δημιουργήθηκε το θέμα χυν-)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

χύνω (μεσοπαθητικό: χύνομαι)

  1. (μεταβατικό) προκαλώ τη ροή ενός υγρού από το δοχείο στο οποίο βρισκόταν προς τα κάτω.
    έχυσες τον καφέ πάνω στα ρούχα σου.
  2. (μεταβατικό) οδηγώ μία ρευστή μάζα μετάλλου μέσα στο καλούπι όπου θα στερεοποιηθεί και θα αποκτήσει το επιθυμητό σχήμα.
  3. (αμετάβατο) εκσπερματίζω, φτάνω σε οργασμό.

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Noia 64 apps xeyes.png Δείτε το λήμμα: χέω

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]