Μετάβαση στο περιεχόμενο

χύνω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χύνω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ή μεσαιωνική ελληνική < αρχαία ελληνική χέω, με με μεταπλασμό βάσει του συνοπτικού θέματος παθητικού χυθ- (ἐχύθην), κατά το πλυθ- (ἐπλύθην, πλύνω)[1].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈçi.no/
τυπογραφικός συλλαβισμός: χύνω

χύνω , πρτ.: έχυνα, απαρ.: χύσει, στ.μέλλ.: θα χύσω, αόρ.: έχυσα, παθ.φωνή: χύνομαι, απαρ.: χυθεί, π.αόρ.: χύθηκα, μτχ.π.π.: χυμένος

  1. (μεταβατικό) προκαλώ την ροή ενός υγρού από το δοχείο στο οποίο βρισκόταν προς τα κάτω
    παράδειγμα Έχυσες τον καφέ πάνω στα ρούχα μου!
  2. (παθητική φωνή, για ποταμό) εκβάλλω
  3. (για μέταλλα) λιώνω
    παράδειγμα Χύνει μολύβι.
  4. (μεταβατικό) οδηγώ μία ρευστή μάζα υλικού μέσα στο καλούπι όπου θα στερεοποιηθεί και θα αποκτήσει το επιθυμητό σχήμα
    παράδειγμα Έχυσε το σκυρόδεμα/μπετόν/κεριά/άγαλμα.
  5. (αμετάβατο) (προφορικό, χυδαίο) εκσπερματίζω, φτάνω σε οργασμό
    παράδειγμα Έχυσες μέσα μου!
    παράδειγμα Χύνω κουβάδες για σένα μωρό μου.
     δείτε χύσιμο, χύσια και χύσιμο μέσα

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  • χύνω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
  • Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.  (Αʹ έκδοση: 1998)
  • χύνω -  Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1 2)