χύτρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χύτρα χύτρες
γενική χύτρας χυτρών
αιτιατική χύτρα χύτρες
κλητική χύτρα χύτρες
χύτρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χύτρα < αρχαία ελληνική χύτρα < χέω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /'xi.tra/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χύτρα θηλυκό

Nuvola apps noatun.png Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χύτρα < χυτός
Χύτρα με ακροφύσιο για να φεύγει ο ατμός 6ος/4ος αι. π.Χ., Αρχαιολογικό Μουσείο Αρχαίας Αγοράς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χύτρα θηλυκό ( & ιωνικοί τύποι: η κύθρα, ο κύθρος και η κύτρα, ο κύτρος)

  1. πήλινο αγγείο για να βράζει κάτι μέσα του, τσουκάλι
  2. στον πληθυντικό, χύτραι: το τμήμα της αγοράς όπου πουλούνταν χύτρες

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • χυτρεοῦς θεός : θεός από κεραμεικό, ψεύτικος, ανίκανος να βοηθήσει