Μετάβαση στο περιεχόμενο

χώννυμι

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

χώννυμι < χόω

χώννυμι (& χωννύω· μεταγενέστεροι τύποι του χόω)