Μετάβαση στο περιεχόμενο

χώρος

Από Βικιλεξικό
Αυτό το λήμμα χρειάζεται επιμέλεια,
ώστε να ανταποκρίνεται σε υψηλότερες προδιαγραφές συντακτικής ποιότητας ή μορφοποίησης.
Δείτε επίσης : χῶρος, χορός

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο χώρος οι χώροι
      γενική του χώρου των χώρων
    αιτιατική τον χώρο τους χώρους
     κλητική χώρε χώροι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χώρος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χῶρος (δείτε και χώρα)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈxo.ɾos/
τυπογραφικός συλλαβισμός : χώ‐ρος
τονικό παρώνυμο: χορός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χώρος αρσενικό

  1. ο κενός ή διαθέσιμος τόπος
  2. οποιαδήποτε τρισδιάστατη έκταση
  3. τόπος για συγκεκριμένη χρήση, όπως κτίριο, δωμάτιο, οικόπεδο κ.λπ.
    ※  «Ο χώρος αφηγείται». Με τον ίδιο τρόπο που αφηγούνται και τα άλλα στοιχεία της ταινίας του. Είναι ένα στοιχείο ισοδύναμο με τους ηθοποιούς, ισοδύναμο με το διάλογο. Γι' αυτό και το ρεπεράζ (η αναζήτηση των χώρων) είναι πολύ σημαντικό για κείνον. (Κωνσταντίνος Α. Θέμελης, Θόδωρος Αγγελόπουλος το παρελθόν ως ιστορία, το μέλλον ως φόρμα, εκδ. Ύψιλον, 1998, σελ. 41)
  4. (γενικότερα) ο τόπος όπου κάτι ζει, υπάρχει ή διεξάγεται
  5. (γεωμετρία) το τρισδιάστατο σύστημα αναφοράς που χρησιμοποιείται για να προσδιοριστεί η θέση ενός σημείου

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]
 ετυμολογικό πεδίο 
χωρο- 

επίσης (δείτε και τα σύνθετα και συγγενικά τους):

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]