ψάλε

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

ψάλε

  1. β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψάλλω