ψάλιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψάλιο < ψάλιον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψάλιο ουδέτερο

  1. τμήμα από το χαλινάρι του αλόγου, μικρή αλυσίδα που στερεώνεται στη στομίδα του χαλινού του αλόγου για να τον ενισχύει

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]