ψάμαθος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ψάμαθος ψαμάθω ψάμαθοι
Γενική ψαμάθου ψαμάθοιν ψαμάθων
Δοτική ψαμάθ ψαμάθοιν ψαμάθοις
Αιτιατική ψάμαθον ψαμάθω ψαμάθους
Κλητική ψάμαθε ψαμάθω ψάμαθοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψάμαθος < πιθ. από το ψάω (=τρίβω, κονιορτοποιώ)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψάμαθος θηλυκό

  1. η άμμος δίπλα στην θάλασσα
  2. (μεταφορικά) οι μυριάδες, οι αμέτρητοι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]