ψάμαθος
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | ψάμαθος | αἱ | ψάμαθοι |
| γενική | τῆς | ψαμάθου | τῶν | ψαμάθων |
| δοτική | τῇ | ψαμάθῳ | ταῖς | ψαμάθοις |
| αιτιατική | τὴν | ψάμαθον | τὰς | ψαμάθους |
| κλητική ὦ! | ψάμαθε | ψάμαθοι | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ψαμάθω | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | ψαμάθοιν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'θρίαμβος' όπως «κάμινος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ψάμαθος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰes- (τρίβω)[1]. Ομόρριζο: ψάω (τρίβω, κονιορτοποιώ)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ψάμαθος θηλυκό
Συγγενικά
[επεξεργασία]- Λέξεις με -ψαμμ- @perseus.tufts.edu Greek Dictionary Headword Search, Πανεπιστήμιο Tufts
- ψαμμίτης
- ψαμμιτικός
- ψαμμώδης
- ψάμμος
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ψάμαθοςhtm@starling σελ. 146, Τόμος 1ος - Pokorny, Julius (1959) Indogermanisches etymologisches Wörterbuch [Ινδογερμανικό (ινδοευρωπαϊκό) ετυμολογικό λεξικό] (στα γερμανικά). Βέρνη, Μόναχο: Francke Verlag. Τόμοι 1‑3.
Πηγές
[επεξεργασία]- ψάμαθος - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- ψάμαθος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση 'θρίαμβος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θρίαμβος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θρίαμβος' θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις προπαροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰes- (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)