Μετάβαση στο περιεχόμενο

ψάμαθος

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ψάμαθος αἱ ψάμαθοι
      γενική τῆς ψαμάθου τῶν ψαμάθων
      δοτική τῇ ψαμάθ ταῖς ψαμάθοις
    αιτιατική τὴν ψάμαθον τὰς ψαμάθους
     κλητική ! ψάμαθε ψάμαθοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ψαμάθω
γεν-δοτ τοῖν  ψαμάθοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'θρίαμβος' όπως «κάμινος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ψάμαθος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰes- (τρίβω)[1]. Ομόρριζο: ψάω (τρίβω, κονιορτοποιώ)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ψάμαθος θηλυκό

  1. η άμμος δίπλα στην θάλασσα
  2. (μεταφορικά) οι μυριάδες, οι αμέτρητοι

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ψάμαθοςhtm@starling σελ. 146, Τόμος 1ος - Pokorny, Julius (1959) Indogermanisches etymologisches Wörterbuch [Ινδογερμανικό (ινδοευρωπαϊκό) ετυμολογικό λεξικό] (στα γερμανικά). Βέρνη, Μόναχο: Francke Verlag. Τόμοι 13.